Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.
Η Ευρώπη ήτανε τσούπρα του Φοίνικα και της Τηλεφάεσσας. Ήτανε πανέμορφη. Την είδε κι ο Δίας και κάπως του κάστηκε.
Μια μέρα η Ευρώπη με τσι φίλες της, επήανε να παίξουνε σ’ ένα λιβάδι στη ακρογιαλιά και να μάσουνε λουλούδια.
Οι αγλύκαντες, αφού επήγανε στα λιβάδια, αφήκανε τα αγγειά τους και κολυμπήσανε ζόρκες στο δροσερό νερό. Μετά αρχνίσανε τα τρεχαλητά και τα φαρομανητά απά στη χλόη.
Η Ευρώπη εκράταε ένα χρυσό πανέρι, ρεγάλο του Ήφαιστου στη βαβά της. Εμάζωνε μοσχομυριστά κατακόκκινα τριαντάφυλλα και τα έβανε στο χρυσό καλάθι της. Άστραφτε σαν την Αφροδίτη ανάμεσα στα μυριστικά.
Μόλις την αντίκρισε ο Δίας, του ήρθε αλμπαζία. Έπρεπε και με την Ευρώπη να τα φκιάσει και η Ήρα να μην τον μυριστεί, γιατί θα του άνοιγε το κεφάλι με την παντόφολα.
Τότενες (ο Δίας) μεταμορφώθηκε σε μοσκαρικό. Έγινε ένας κάτασπρος ταύρος με απίστευτη ομορφιά και γυαλιστερά κέρατα.
Ξεπρόβαλε ανάμεσα στσι κοπέλες και ήταν τόσο ήμερος! Τς άφηνε να τον μαλάζουν και να του κρεμάνε λουλούδια και χαρχαρέλια στο λαιμό και στα κέρατα. Εκειός εμουγκάνιζε χαρούμενα και εξόντανε απάνου τους.
Οι τσούπρες εσώσανε το χαμπέρι στην Ευρώπη, που τσι καλοφάνηκε ο ταύρος και τον φίλησε στο μέτωπο. Εκειός εμουγκάνισε και στάθηκε λαμπαρδικιασμένος μπροστά στην κοπέλα. Τότενες η Ευρώπη ανέβηκε στην πλάτη του. Άξαφνα ο ταύρος δίνει ένα σάλτο κι αρχίνησε να περπατάει με την κοπέλα απάνω του, μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά, όπου άρχιμησε να τρέχει απά στη θάλασσα. Η Ευρώπη ελάμπαξε κι άρχισε να σκούζει για βοήθεια. Τζάμπα όμως!
Ο ταύρος απομακρυνόταν από την ακτή περπατώντας απά στα κύματα σα δελφίνι. Η θάλασσα μέρεψε, τα δελφίνια σαλτάγανε γύρω από το ταύρο, οι Νηρηίδες χόρευαν, οι Τρίτωνες φυσούσαν μέσα σε μεγάλες κοχύλες τραγούδια του γάμου.
Η κοπέλα εκράταε γερά με το ένα χέρι τα κέρατα του ζωντανού κι έσφιγγε το κορμί της πάνω στη ράχη του για να μη γκρεμιστεί. Με το άλλο χέρι ανασήκωνε το φουστάνι της, για να μη το μοσκέψει.
Η Ευρώπη στραβοκατινισμένη είδε ότι η ακτή ήταν πια πολύ μακριά και έβαλε το κλάψο. «Διάολε μπα μέσα σου. Πού με πας, ποιός είσαι;» έσκουζε ανάμεσα στα δάκρυα της.
«Δεν φαίνεσαι ζωντανό σαν τα άλλα. Μην είσαι θεός μωρέ ξεπατωμένε; Αν είσαι θεός, ακουρμάσου με. Τι χαλεύεις από μένα; Έχουμε πάει τόσο μακριά και μου κάζει πώς θα με χαλεύουνε στο σπίτι μου».
Ο ταύρος τς είπε καλότροπα με ανδρίκια φωνή: «Μη σκιάζεσαι, ψυχούλα μου. Ετλόμου είμαι ο Δίας κι ας έχω αυτά τα μούτρα. Η αγγούσα μου για σένα μ᾽ έκανε τον αγλύκαντο να ρτω να σε πάρω. Θα πάμε στην Κρήτη, όπου θα βρεις το μήνα που τρέφει τς έντεκα. Θα κάμεις παιδιά βασιλιάδες.
Κι κάτι πλειότερο. Η ήπειρος αυτήνη θα πάρει τ’ όνομα σου».
Έτσι ο Δίας την κατάφερε να τονε κλουθήσει. Περάσανε βουνά, λαγκάδια και θάλασσες. Φτάσανε στ Κρήτη, όπου είχε μεγαλώσει ο Δίας κι είχε δικιά του μια σπηλιά – γκαρσονιέρα.
Ο ταύρος εκούμπησε την Ευρώπη μαλακά καταής και την επήγε σ’ ένα παλάτι, όπου έγινε βασίλισσα και πέρασε ζωή και κότα.
Οι Ώρες είχαν ετοιμάσει το νυφικό κρεβάτι , όπου ο ερωτευμένος πατέρας των θεών και των ανθρώπων αναούλιασε με την πεντάμορφη Ευρώπη. Εκάμανε τρία παιδιά: Το Μίνωα, το Ροδάμανθυ και το Σαρπηδόνα.
Εζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα.
Χρ. Γιάννης Φουρλάνος
Δάσκαλος – Θεολόγος.







