Το Σάββατο 12 Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε εκδήλωση από το 2ο Λύκειο Λευκάδας, και τις εκδόσεις «Επίκεντρο» με αφορμή την επέτειο των 80 χρόνων από την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά με ομιλητή τον Ραϋμόνδο Αλβανό και θέμα «Γιατί αξίζει να μαθαίνουμε Ιστορία, η δεκαετία του ’40 και ο πόλεμος των ταυτοτήτων».
Το ίδιο το σχολείο, η Διεύθυνση Β’βάθμιας εκπαίδευσης Λευκάδας και η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, λειτούργησαν ως πλασιέ βιβλίων ενός εμπορικού εκδοτικού οίκου προσπαθώντας να πατήσουν πάνω στο εκπαιδευτικό ενδιαφέρον για «την σημασία να γνωρίζουμε ιστορία» για να κατανοούμε γεγονότα όπως αυτά της περιόδου 1946-1949.
Ο συγγραφέας για να διαφημίσει το βιβλίο του, στη σχολική κοινότητα, χρησιμοποιεί την διαχρονική ανάγκη να «γνωρίζει ο κόσμος ιστορία». Το συγκεκριμένο δε επιχείρημα το χρησιμοποιεί προκειμένου να ακουμπήσει στις συγκεκριμένες αδυναμίες και ανεπάρκειες του σχολείου. Ανεπάρκειες που έχουν μετατρέψει την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, από το σχολείο ακόμα σε ένα κυνήγι παπαγαλίας και αποστήθισης. Αυτοί οι παράγοντες είναι που έχουν μετατρέψει την ιστορία σε ένα στείρο, αποστεωμένο, σχολικό «βάσανο» στο κυνήγι των βαθμών και της «επιτυχίας».
Όμως, ποια ιστορία είναι αυτή που πρέπει να μάθει η νέα γενιά;
Ο συγκεκριμένος ομιλητής έχει, πολλές φορές, ταχθεί με την πλευρά όσων, σύγχρονων και «μεταμοντέρνων» της ιστοριογραφίας θεωρούν ότι η ιστορία και η αντικειμενικότητα της δεν είναι προϊόν επιστημονικής επεξεργασίας αλλά ο «μέσος όρος» των υποκειμενικών απόψεων των ανθρώπων, πχ για ένα ιστορικό γεγονός κλπ.
Είναι η «μεταμοντέρνα» αντίληψη της ιστορίας, όπου «όλοι έχουν δίκιο», όπου «οι αλήθειες είναι πολλές», και άλλα τέτοια που μπορεί να σκοντάφτουν στην απλή λογική, αλλά βρίσκουν έδαφος, αποδοχή και πακτωλούς χρηματοδοτήσεων μέσα στα πανεπιστήμια και διαύλους διοχέτευσης μέσα στα σχολεία, καθώς και τεράστια αποδοχή από μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου. Είναι η αντίληψη που «εξισώνει τους θύτες με τα θύματα», αφού «όλοι έχουν δίκιο από την πλευρά τους» τελικά «ξεπλένοντας» τον θύτη, όπως γίνεται σε όλα τα μεγάλα ζητήματα σήμερα, όπως το Παλαιστινιακό, και αλλού.
Η νέα γενιά πρέπει να ψάξει την ιστορική αλήθεια, την ιστορία όπως γράφτηκε από τους αγώνες του λαού και όχι να δεχτεί το σερβίρισμα του ξαναγραψίματός της από όσους σήμερα εχθρεύονται ανοιχτά το λαό, ακόμα και με το μανδύα της συμφιλίωσης.
Υπάρχει όμως και μια ακόμα βασική πλευρά πιο πονηρή και συγκεκαλυμμένη που αποκαλύπτεται από την απάντηση μέσω του ξεπλύματος των θυτών. Οι θύτες στην προκειμένη περίπτωση, της περιόδου 1946-1949 όπου γράφτηκε η εποποιία του ΔΣΕ, ήταν το κράτος που στήθηκε από τους πρώην ταγματασφαλίτες και τους συνεργάτες των ναζί, που διέταζαν τους νέους που υπηρετούσαν τη θητεία τους στον κυβερνητικό στρατό. Τα θύματα, δηλαδή τμήμα των λαϊκών δυνάμεων, στην πλειοψηφία τους αυτοί που απελευθέρωσαν την Ελλάδα, αναγκάστηκαν να ξανανέβουν στο βουνό για να γλιτώσουν την απίστευτη τρομοκρατία εναντίον τους, που ακολούθησε την απαράδεκτη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Όμως, η «εξίσωση του θύτη με το θύμα» και το ξέπλυμα του θύτη, ισοδυναμεί με την αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του θύματος να αντιστέκεται, προφανώς ασκώντας βία. Είναι μιαν αντίληψη που αμφισβητεί το δικαίωμα του καταπιεσμένου να αντιστέκεται ξορκίζοντάς το ως «παρανομία» που πρέπει να αντιμετωπιστεί με καταστολή.
Αυτά τα, φανερά ή κρυμμένα μηνύματα της σύγχρονης υποταγής πρέπει να απορριφθούν μαζικά από το λαό και τη νεολαία. Η ιστορία, όπως δείχνει η δεκαετία του 1940, αποδεικνύει ότι μόνο με αγώνες, με το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα του λαού να ασκεί τη δική του βία, (πχ τη βία της Εθνικής Αντίστασης απέναντι στους Ναζί κατακτητές), μπορεί να διεκδικήσει τη ζωή του αξίζει.
Γι’ αυτό…
«Μάθε την αλήθεια, το χώμα που πατάς,
λευτέρωσαν με αίμα ΕΑΜ– ΕΠΟΝ– ΕΛΑΣ»

