“…Κι είχεν όλα τα χαρίσματα
του παλληκαριού,τα λόγια,
την ορμή,το φιλότιμο,την ομορφιά
και την περηφάνεια,την
αγάπη της ζωής αλλά
και την καταφρόνια του θανάτου…”
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Γράφει ο Κώστας Σκλαβενίτης

Ο τίτλος του θέματος και οι στίχοι προϊδεάζουν τον αναγνώστη για την δυσάρεστη κατάληξή του.Τον επέλεξα για να τιμήσω έναν άνδρα που έφυγε απ τη ζωή πολύ νέος δουλεύοντας σκληρά επιφορτισμένος το βάρος μιας επταμελούς οικογένειας την δεκαετία του ’70.
Τα γεγονότα που θα περιγράψω είναι αληθινά ωστόσο με τα γραφόμενα μου δεν θα μπορέσει κανένας αναγνώστης να καταλαβει ακριβώς το δράμα που συντελέστηκε.Μόνο όσοι τα έζησαν από κοντά τα έχουν χαραγμένα ακριβώς όπως διαδραματίστηκαν για πάντα στη μνήμη τους.
Απο μικρός θυμάμαι πως στις οικογένειες όταν γεννιόντουσαν αγόρια το χαιρόντουσαν όλοι.Όταν γεννιόντουσαν κορίτσια τα συναισθήματα ήτανε αντίθετα.Θέλανε οι περισσότεροι τα αγόρια για να συνεχιστεί το όνομα και η παράδοση της οικογένειας αλλά πολύ περισσότερο τα θέλανε για να μπούνε στις δουλειές από μικρά και να βοηθήσουν. Κορίτσι το πολύ να ήθελαν ένα ώστε να τους δώσει “ένα ποτήρι νερό” που λέγανε στα γεράματά τους.
Οι γονείς της μάνας μου,απόκτησαν τρεις κόρες κι ένα γιό.
Ο παππούς πέθανε όταν τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά χάθηκε κι γιός νωρίς στα δεκατέσσερα χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς και την συγκεκριμένη αρρώστια που τον οδήγησε στο θάνατο.
Βρισκόμαστε στο 1935 στην Κατούνα Λευκάδας με συνθήκες για την οικογένεια ακραίας φτώχειας.
Έμεναν σ ένα χαμόσπιτο κοντά στην εκκλησία του Άγιου Βάρβαρου.
Το μοναδικό τους εισόδημα προερχόταν από τα χωράφια με τις ελιές που είχε ο παππούς από την οικογένεια του αλλά και αγορές που είχε κάνει επιστρέφοντας μετανάστης απο την Αμερική.
Το βάρος για το μεγάλωμα της οικογένειας έπεσε στη γιαγιά την Βασίλω και τη μεγάλη κόρη Μαυρέτα οι οποίες για να μεγαλώσουν τα μικρότερα και συγχρόνως να φτιάχνουν σιγά-σιγά τις προίκες ξενοδούλευαν στα μεροκάματα της εποχής που ήταν κυρίως στις ελιές. Με τον καιρό μεγαλώνοντας και τα μικρότερα μπήκανε κι αυτά στον αγώνα της ζωής.
Θα σταθώ στη μεγάλη αδερφή η οποία αγάπησε και παντρεύτηκε το 1943 ένα νοικοκοιρόπαιδο του χωριού τον Θωμά ο οποίος ήξερε και γράμματα διότι είχε πάει τις τρείς απο τις τέσσαρες τάξεις του σχολαρχίου.
Μαζί απόκτησαν πέντε παιδιά,τρεις κόρες στη σειρά,ενα γιό και το στερνοπαίδι κορίτσι.
Ενας καινούργιος αγώνας στη νέα ζωή έχει ξεκινήσει για τη Μαυρέτα.Με τον καιρό παντρεύτηκαν και οι άλλες δύο αδερφές της κι απόκτησαν απο τρία παιδιά η καθεμιά.
Την αγάπη που είχανε μεταξύ τους απ τα δύσκολα χρόνια την μεταφέρανε και στα παιδιά τους.
Ήμασταν τότε συνολικά έντεκα αδέρφια και πρωτοξάδερφα απο είκοσι χρονών και κάτω.
Πολλές φορές το χειμώνα μαζευόμασταν στο σπίτι του μπάρμπα Θωμά μπροστά στην αυλή και το κατώι.Πηγαίναμε σ αυτό το συγκεκριμένο σπίτι διότι ήμασταν πάντα καλοδεχούμενοι και θα μας φιλεύανε και κάτι.
Τα απογεύματα κυρίως ερχόντουσαν και άλλα παιδιά διότι η οικογένειά πουλούσε γάλα και τυρί απο αγελάδες που είχε σε ένα παλιό λιτρουβιό του Άγιου Βάρβαρου.
Ο μπάρμπα Θωμάς στα κέφια του μερικές φορές μας έλεγε αποσπάσματα απο Όμηρο και Ξενοφώντα κι όταν αργότερα πήγα στο Γυμνάσιο μερικά τα ήξερα απ εξω.
Το “Ανδρα μοι έννεπε,Μούσα πολύτροπον,ος μάλα πολλά πλάγχθη,επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν…”,
Το “Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δυο,πρεσβύτερος μεν Αρταξέρξης νεώτερος δε Κύρος,επεί δε ησθένει Δαρείος και υπώπτευε τελευτήν του βίου, εβούλετο τω παίδε αμφοτέρω παρείνε…”
Οταν καμμιά φορά τον κουράζαμε μας έλεγε ,”άντε την κατσαρόλα και σπίτια σας”…Δηλαδή να πάρουμε το γάλα με το κατσαρολάκι και να φύγουμε.
Ο μπάρμπα Θωμάς κάποια στιγμή αρρώστησε απ τη καρδιά του και το βάρος της οικογένειας σε νεαρή ηλικία έπεσε στο μοναχογιό του Νίκο ο οποίος έπρεπε να δουλέψει και να βγάλει “τα γραμμάτια” που λέγανε τότε και να παντρέψει τις τέσσερις αδερφές του.
Από τα δεκαεφτά του χρόνια πέραν απο τις εργασίες που είχαν στα ζώα και τις ελιές τα καλοκαίρια πήγαινε και στα καϊκια της Λυγιάς τα λεγόμενα γρι γρι.
Στα είκοσι πήγε φαντάρος στο Μεσολόγγι και κατόπιν στο νομό Σερρών στο Σιδηρόκαστρο μεχρι το 1973.
Εκεί γνωρίστηκε μ έναν άλλο στρατιώτη απο την Αθήνα το Γιώργο και γίνανε οι καλύτεροι φίλοι.
Οταν τελείωσε το στρατιωτικό το φορτίο της οικογένειας ήταν ήδη πολύ βαρύ.Οι αδερφές του ήταν σε ηλικία να παντρευτούν και να αποκατασταθούν.
Ξεκίνησε τον αγώνα του ως καλός αδερφός και δούλευε μέρα νύχτα.
Έπαιρνε ελιές κατ αποκοπή μέχρι το Καλιγώνι.Αυτός στο ράβδισμα κι από κάτω στα πανιά η μάνα και οι τέσσερις αδερφές του.Κάποιες φορές πηγαίνανε και οι θείες του να τους “αϊτάρουνε” να τους βοηθήσουν δηλαδή.
Ξεκινούσε απο τον Οκτώβριο και τελείωνε το Μάρτη.
Ηταν ψηλός και το κορμί του γινότανε σαν λαμπάδα απ τη μεγάλη μυϊκή δύναμη που είχε,παλληκάρι σωστό.Ακούραστος απο το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα πάνω στα δέντρα αψηφώντας τον κίνδυνο.
Αυτή τη δουλειά έκανε κάθε χειμώνα και από την Άνοιξη εψαχνε το μεροκάματο στις οικοδομές,τα καϊκια,παντού πήγαινε.Μέχρι και καπνό φύτεψε στη Πούντα στο Άκτιο με τον φίλο το Γιάννη απ τη Περατιά που οι αγροτικές εργασίες ήτανε το κύριο επάγγελμα του.
Ήδη είχε παντρέψει τις δύο πρώτες αδερφές του,την μία στην Αθήνα και την άλλη στη Λευκάδα.Τα μισά “γραμμάτια” είχαν βγει κι απέμειναν άλλα δύο. Κάποια στιγμή σκέφτηκε και αγόρασε με δάνειο απ τη τράπεζα ένα μικρό φορτηγάκι μισού τόνου ώστε να πουλάει το λάδι που έκανε απο τις ελιές κι ακόμη να ξεκινήσει εμπόριο μαναβικής.
Πήγαινε στο Άκτιο προμηθευότανε τα είδη της μαναβικής και τα πουλούσε στα χωριά της Λευκάδας.Πρωτοπόρος σ αυτό τότε.
Μερικές φορές είχα πάει κι εγώ (ήμουνα μαθητής Λυκείου) μαζί του στο Άκτιο και τα χωριά.
5η ΜΑΗ του 1977
Επί τέσσερα χρόνια δούλευε ασταμάτητα.Τα χέρια του μπορούσαν να κάνουν οποιαδήποτε εργασία.Το 1977 αποφάσισε να φυτέψει πατάτες σε ένα κτήμα που είχε ο νονός του ο Γιάννης στο Καλιγώνι τις οποίες θα παρήγαγε και θα πουλούσε ο ίδιος αντι να τις αγοράζει.
Το απόγευμα της 5ης Μάη του 1977 μια είδηση συντάραξε το χωριό…
Ο Νίκος ο μοναχογιός του μπάρμπα Θωμά και της θειά Μαυρέτας,το παλληκάρι τους και στυλοβάτης της οικογένειας σκοτώθηκε απο ηλεκτροπληξία!
Προσπαθώντας να ποτίσει τις πατάτες με κάποια ηλεκτρική αντλία, από ένα λάθος της στιγμής πιάνοντας ένα γυμνό καλώδιο πήγε κατευθείαν στον Παράδεισο!
Τη μέρα αυτή ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το σπιτικό και ηρθε “το τέλος της ζωής” για τους γονείς του.Το σπίτι ντύθηκε στα μαύρα απ άκρη σ άκρη μέχρι και οι κουρτίνες.
Η θεία μέχρι που πέθανε το 1992 δεν βγήκε έξω απο το σπίτι της.
Μέσα στο κατώι έζησε δεκαπέντε χρόνια και μόνο για ένα σκοπό…
Έλεγε χαρακτηριστικά “θα ζήσω για να εξυπηρετήσω μέχρι το θάνατο τον άντρα μου να μην τον αφήσω εμπόδιο στα παιδιά μου και την άλλη ώρα θέλω να πεθάνω”.
Με το καιρό της λέγαμε να βγει απ το σπίτι και να πάει στις κόρες και τα εγγόνια της και η απάντηση ηταν μαχαιριά:”Εγω τα μάτια τάχασα τα φρύδια τι τα θέλω”.
Η θεία πέθανε δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατο του γιού της.Είκοσι μία μέρες μετά το θάνατο του άντρα της.
Μαζί με το μνημόσυνο για τα εννιάμερα της θείας κάναμε και τα σαράντα του μπάρμπα Θωμά.
Κι οι δυο τους θάφτηκαν σε παρακείμενους τάφους απο το μοναχογιό τους.
Τον τάφο του ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ σφράγισαν δια παντός οι αδερφές του στις 5 Μάη του 1977.
Ο φίλος του ο Γιώργος απο το στρατό είχε παραβρεθεί στην κηδεία του, συμπαραστάθηκε στην οικογένεια και τον τίμησε βαφτίζοντας ένα από τα ανίψια του.
Το άρθρο αφιερώνεται στον ξάδερφό μου τον αείμνηστο Νίκο Καββαδά που έφυγε σε ηλικία είκοσιεπτά χρονών και στη θεία Μαυρέτα που η ζωή απο την παιδική ηλικία, της έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο και κυρίως στα πενήντα επτά της χρόνια που έχασε τον μοναχογιό της.

