Έφυγε από τη ζωή αλλά η “καρδιά” του…χτυπάει ακόμη!
Γράφει ο Κώστας Σκλαβενίτης

Ημέρα του πατέρα σήμερα και το καθήκον με καλεί για μια ακόμη αναφορά στον βιοπαλαιστή πατέρα μου που από μικρό παιδάκι τον θυμάμαι να αγωνίζεται σκληρά σε στεριά και θάλασσα ώστε να μεγαλώσει την πενταμελή οικογένεια του.
Τρία αγόρια απόκτησαν με τη μάνα μου Κατερίνα από το 1955 έως το 1960 και το φορτίο ήταν ήδη μεγάλο.
Οι δουλειές που έκανε ήταν κυρίως ψαράς όπου από δέκα χρονών ξεκίνησε αυτό το επάγγελμα μαζί με το πατέρα του ψαρεύοντας με δίχτυα στη περιοχή της Λυγιάς έχοντας ένα μονόξυλο με κουπιά και αργότερα μεγαλώνοντας όπως και όλοι οι συγχωριανοί του στην ορεινή Κατούνα Λευκάδας τίναζε(ράβδιζε) τους χειμερινούς μήνες ελιές από τον Οκτώβριο μέχρι το τέλος Μαρτίου.
Παράλληλα με τις ελιές, έριχνε και τις απογευματινές ώρες τα δίχτυα τα οποία σήκωνε πολύ πρωί και επέστρεφε με τα πόδια στη Κατούνα.
Τέσσερα δρομολόγια την ημέρα έκανε τη διαδρομή Κατούνα Λυγιά(μέχρι το 1970 που κατοικήσαμε μόνιμα στη Λυγιά) κάνοντας το ψαρά και κατόπιν πήγαινε για τις ελιές.
Μάλιστα θυμάμαι έπαιρνε και κατ αποκοπή και μάζευαν τις ελιές με τη μάνα μου χωρίς άλλη βοήθεια.
Τους καλοκαιρινούς μήνες πήγαινε στα καΐκια γρι γρι ως λαμπαδόρος και πολλές φορές έφευγε και μακριά από το νησί μας όπως Πάτρα, Κυλλήνη και αλλού.
Πάντοτε είχε δικό του σκάφος, παλιότερα το μονόξυλο “Γαλάτεια” και το 1974 αγόρασε τη ψαρόβαρκα “Μαρίνα” στην οποία αρχικά τοποθέτησε μηχανή μερσεντές αυτοκινήτου με ταχύτητες και κατόπιν αγόρασε με δάνειο από την Αγροτική τράπεζα μια μηχανή θάλασσας εγγλέζικη Perkins 52 ίππων με εγγύηση μάλιστα 20 ετών.
Η μηχανή αυτή έκανε τη βάρκα του πατέρα μου στη κατηγορία αυτών των σκαφών(γαΐτες, τρεχαντήρια κλπ) ασυναγώνιστη στη διεκδίκηση κάποιας καλάδας όταν χρειαζόταν.
Μαθητής εγώ στο Γυμνάσιο τη δεκαετία του ’70 πήγαινα και βοηθούσα τον πατέρα μου στο ψάρεμα όταν δεν είχαμε σχολείο και κυρίως στις διακοπές και τους καλοκαιρινούς μήνες.

Μάλιστα επειδή χρειαζόταν ένσημα για την ασφάλεια μας πήγαινε στα γρι γρι το καλοκαίρι κι εμείς τα παιδιά του από μικρά κοντά του γνωρίζαμε τη τέχνη και πηγαίναμε μόνοι μας για ψάρεμα.
Τα χρόνια πέρασαν εμείς τα παιδιά μεγαλώσαμε και φύγαμε από το σπίτι.
Ο πατέρας συνέχισε το επάγγελμα του ψαρά μέχρι τα εβδομήντα χρόνια του, παρ ότι είχε πάρει τη σύνταξη του ΙΚΑ…διότι ήταν άνθρωπος του καφενείου και πολυέξοδος πίνοντας και καπνίζοντας.
Η μηχανή στη βάρκα ήταν περίπου τριάντα χρόνια και άλλαζε μόνο λάδια και τα φίλτρα τους. Ποτέ όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε πάθει τη παραμικρή ζημιά.
Ο ήχος της ήταν κάτι σαν μελωδία για μένα την οποία πάντοτε γνώριζα από πολύ μακρινή απόσταση.
Σταματώντας οριστικά το ψάρεμα ο πατέρας λόγω αναπηρίας(μετατόπιση σπονδύλων στη μέση) διότι σήκωνε τα δίχτυα με τα χέρια, τη βάρκα πήρε ο αδερφός μου Νίκος ο οποίος επέστρεψε από τον Καναδά.
Μετά από περίπου δύο χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει στο εξωτερικό και πούλησε εκτός Λευκάδας τη μηχανή από τη βάρκα…κάτι που δεν είπαμε ποτέ στο πατέρα μέχρι που έφυγε από τη ζωή το 2004.
Εγώ τότε εργαζόμουν στη Αθήνα και επέστρεφα κάθε Σαββατοκύριακο στη Λευκάδα όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα η οικογένεια μου από το 2001.
Στις αρχές του 2005 στο λιμάνι της Λυγιάς ο συγχωριανός μου Βασίλης Καββαδάς με φωνάζει να μπω μέσα σε ένα καΐκι που είχε αγοράσει…και πριν μπω ακόμη μέσα βάζει μπρος στη μηχανή…
Ένας γνώριμος γλυκός ήχος με έκανε να δακρύσω… ακούγοντας ξανά τη δική μας μηχανή να δουλεύει στο ίδιο λιμάνι μετά από μια μικρή “περιπλάνηση” στη Πλαγιά της Ακαρνανίας.
Ο Βασίλης ως συγχωριανός γνώριζε τη μηχανή επειδή πολλές φορές με δύσκολους καιρούς είχε βοηθήσει τον πατέρα μου και όταν χρειάστηκε ο ίδιος για το καΐκι που είχε αγοράσει με τον φίλο του Γιώργο Σκιαδά από τις Καρυώτες… αναζήτησαν και την βρήκαν παρ ότι ήταν ήδη 35 ετών(ο αγοραστής δεν την είχε χρησιμοποιήσει).
Επι μια εβδομάδα σκεφτόμουν πως χτυπάει ξανά “η καρδιά” του πατέρα μου στο λιμάνι του χωριού και ζήτησα από τα παιδιά αυτά να αλλάξουν το όνομά από το καΐκι βγάζοντας το όνομα του.
Μετά από συνεννόηση ικανοποίησαν το αίτημά μου και το καΐκι το ονόμασαν “Α. Μπρίνιας” προερχόμενο από το παρατσούκλι που του είχαν δώσει οι συγχωριανοί του διότι ήταν απότομος και οξύθυμος όπως το μπουρίνι.
Από τη μεγάλη μου συγκίνηση έγραψα ένα άρθρο στη προσωπική μου σελίδα στο ναυτιλιακό περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ που εργαζόμουν τότε για να ευχαριστήσω και δημόσια τα δύο αυτά παιδιά.

ΥΓ. Σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το φευγιό του πατέρα μου και το καΐκι εξακολουθεί να λέγεται “Α. Μπρίνιας” η δε μηχανή του κλείνει πενήντα χρόνια ζωής.
Θέλω να πω ένα ακόμη ευχαριστώ δημόσια στο κ. Βασίλη Καββαδά μοναδικό σήμερα ιδιοκτήτη του τρεχαντηριού γι αυτή την ευγενική παραχώρηση του ονόματος.

Πηγή “ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ”

