-Γράφει ο Πάνος Σκληρός
Είδες πόσο ανέβηκε ο χρυσός;;
Μια περίληψη απο το νέο μου βιβλίο που θα παρουσιαστεί στις 19 Αυγούστου στις Αλυκές Αλεξάνδρου(Καρυώτες).
….Στο Μαρκά λοιπόν που ήταν ¨πιάτσα μαρκέτα¨ , δέσποζαν οι υπαίθριοι παραγωγοί και μικροπωλητές που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους αλλά υπήρχαν ολόγυρα και μανάβικα, μπακάλικα, χασάπικα, ιχθυοπωλεία, βαρελάδικα, καφενεία και μαγέρικα. Δίπλα από το σπίτι του καθηγητή Θεοδόση Σταματέλου υπήρχε το μονοπώλειο που το είχε ο Γιώργος ο Κόγκας κι αργότερα ο Αγησίλαος ο Καββαδάς αλλά γρήγορα το μετέφερε σε άλλη μεριά, προς τον Άη Μηνά. Πουλούσε αλάτι χοντρό από τις αλυκές που ήταν σε σωρούς χύμα στο σαλίτζο, πετρέλαιο φωτιστικό , τράπλες και σπίρτα. Το μονοπώλειο το ελέγχανε οι ξένοι που είχαν δανείσει την Ελλάδα και τα έσοδα πήγαιναν στους δανειστές. Δίπλα ήταν ένα μαγαζί όπου πούλαε κάρβουνα ο μπάρμπα Βαγγέλης, κι ακριβώς κολλητά ο Νιόνιος ο Σούρας είχε μπότηδες και ¨δοχεία νυκτός¨ δηλαδή κανάτια πήλινα. Είχε και εμαγιέ σκέτα ή ζωγραφισμένα με λουλούδια που είχε τοποθετημένα όχι μπροστά αλλά πιο μέσα, να μη ντρέπονται οι νοικοκυρές που διάλεγαν τι…χρώμα θα πάρουν. Μου είπαν ότι τα πήλινα κανάτια που συνήθως τα έφερνε ο Πάπιος με το καΐκι από την Κέρκυρα είχαν 2 δραχμές και τα εμαγιέ που σήκωναν όλα τα βάρη κόστιζαν 4 δραχμές. Παραπάνω , στη γωνία με την κεντρική αγορά, ήταν η αποθήκη του Σκεπετάρη με κάθε λογής βίδες, εργαλεία, τσαπιά, αξίνες, φκιάρια, χρώματα και ένα σωρό σιδερικά . Δίπλα ήταν το καφενείο του Μπακόγιαννου όπου οι ντόπιοι έπιναν αραχτοί τον καφέ τους αλλά στο βάθος έπαιζαν και χαρτιά οι τζογαδόροι. Εκτός των πολιτικών συζητήσεων που έδιναν κι έπαιρναν στο καφενείο, ένας ταλαίπωρος ανάπηρος, ο Δήμος, πουλούσε χύμα Λευκαδίτικα τσιγάρα Μαλακάση τρίτης ποιότητας(!!)ή Ματσάγγος σε κουτί των 100 ή στούκας με μια δεκάρα το ένα και πακέτα SANTE. Τα είχε στα γόνατά του μέσα σε κασελάκι με τζάμι. Πολύ χαρακτηριστικό στο καφενείο του Μπακόγιαννου ήταν ένα δοχείο σαν κανάτι που μέσα έφτυναν οι παίχτες της τράπλας!! Φτού απ τον ένα φτου απ τον άλλο και κάτου τα τσιγάρα να τα τρίβουνε με το μπαλωμένο παπούτσι, είδε κι απόειδε ο Μπακόγιαννος κι έβαλε το κανάτι για να φτύνουν εκεί μέσα οι παίχτες που ήταν χλεμπονιασμένοι από τα τσιγάρα κι από την υγρασία της πόλης που γιόμιζε τα πλεμόνια φλέματα , με το συμπάθιο. Πιο μέσα στο στενό ήταν το τσαγκάρικο του Θεοδόση Βερύκιου- Βερβερίτσα και του Γεράσιμου Κακιούση που ακόμα μια τσίγκινη πινακίδα μ ένα παπούτσι είναι εκεί και μαρτυρεί την παρουσία του! Μπροστά από το τσαγκάρικο είχε υπαίθρια πάγκα ο κυρ Ραπανής όπως τον λέγαμε απ τον ΑγιΑντώνη με φρέσκα φρούτα και λαχανικά ότι έβγανε δηλαδή στα μποστάνια του. Εκεί κι ο μπάρμπα Σπύρος ο Δρακάτος που έφτιαχνε ρόδες για τα κάρα και πιο πέρα ήταν το κουρείο του μπάρμπα Καλάκη που επιδιόρθωνε και ομπρέλες. Τα μεγαλύτερα παιδιά πείραζαν το μπάρμπα Καλάκη που ήταν μικρόσωμος, κι αυτός έβγαινε με φόρα απ το κουρείο κρατώντας το μακρύ ξουράφι και φώναζε ¨θα φάτε τα τριομφίδια σας καμιά μέρα λέω γω¨. Έδ εκεί κοντά ήταν κι ο Γρηγόρης ο Μίγκος που είχε μαγαζί με ρόδες και διάφορα άλλα είδη για χαμάλες και κάρα. Κάπου στο πίσω μέρος από το μεγάλο εμπορικό που είχαν ο Βασίλης Βανδώρος με τον Τάκη Βερύκιο είχε λίγο αργότερα ένα μανάβικο ο Βαγγέλης ο Παρούσης που παίζαμε μαζί ζευγάρια δηλωτή τα μεσημέρια στο καφενείο του Σπυρογιάννη του Βλάχου. Εκεί δίπλα λίγα χρόνια πιο πρίν ήταν τα δημοτικά ουρητήρια που παρόλες τις προσπάθειες που έκανε ο μπάρμα Αλέκος ο Τσιλιάνος, πάντα βρώμαε ο τόπος. Κάτι ανάλογο μ εκείνες τις λεγόμενες τουαλέτες ψηλά στον Αη Μηνά, δίπλα από τις βενζίνες του Φραγκούλη. Κάπου εκεί ήταν κι ο Μήτσος ο Μελένιος που άμα τον φώναζες άδειαζε σπίτια και κήπους απ αυτά που δεν ήταν χρήσιμα αλλά σε μερικούς ήταν .
Υπήρχαν κι άλλοι υπαίθριοι ψαράδες με διαφόρων ειδών ψαρέματα, όπως ο Κούρμπεης που πούλαγε χελώνες για μαγείρεμα αλλά ήταν περιζήτητο και το καύκαλό τους για χτένες, κομπολόγια, σταυρουδάκια και άλλα. Ρώτησα τι μαγείρευαν από μια χελώνα και μου είπαν ότι το κρέας της θαλασσινής χελώνας γινόταν με όλους τους τρόπους και κυρίως στιφάδο. Άκου τώρα.. Εκεί δίπλα κι ο Μπούζος με ψάρια αλλά και χέλια απ τα ιβάρια που μάλιστα ήταν το πρώτο ταμπούρλο της Φιλαρμονικής. Αυτή την ιστορία κουβαλάει επάξια η ιστορική φιλαρμονική της Λευκάδας. Να μαθαίνει μουσική δωρεάν σε παιδιά όλων των οικογενειών χωρίς διακρίσεις. Είχανε και χέλια στις πάγκες που τα πιάνανε απ το ιβάρι μέχρι τη μέση του κάμπου στις σούδες γιατί επικοινωνούσαν με το μικρό ιβάρι και τα χέλια ανέβαιναν προς τα απάνου που ήταν γλυκά τα νερά. Τρανή πάγκα είχαν κι ο Αλέξης με το Σπύρο Κομπίτση με καλά ψάρια απ το μεγάλο ιβάρι που είχαν νοικιάσει απ το δήμο.
Ήταν εκεί κι ο Τσάμης με τις περίφημες πίνες που ψάρευε μέσα απ τα διαβασίδια με ειδικό πινολόγο, ο Γιάννης ο Πάλμος με χάβαρα κι αχινούς και άλλοι πολλοί με ντενεκέδες ή ολόκληρα σακιά με παούρους που όταν ήταν αυγομένοι γινόταν ανάρπαστοι. Ο κόσμος τότε έτρωγε παουρόσουπες και χαβαρομανέστρες σχεδόν κάθε μέρα για να την τυλώνουν. Συνεχίζεται…
Παναγιώτης Σκληρός


