Στη μεγάλη φωτογραφία της δεκαετίας του 80 ο “Καλογερακης” δεξιά και ο Παναγιώτης Γουρζής (Γιώτας) καμαρώνουν για το μαγιάτικο που έπιασαν.
Γράφει ο Κώστας Σκλαβενίτης

Όταν ο πατέρας λέγεται στο παρατσούκλι “Καλόγερος” κάτι παρόμοιο συνήθως παλιότερα θα συνόδευε και το γιό μετά τη γέννησή του.
Έχει το επώνυμο ως συνεχιστής της οικογένειας αλλά επειδή στο χωριό μας θα έχουν το ίδιο όνομα και άλλοι, πρέπει να συνεχιστεί και το παρατσούκλι. Με μια μικρή παραλλαγή… προέκυψε ο “Καλογεράκης”!
Ακόμη και σήμερα πολλά χρόνια μετά το θάνατό του στη Λυγιά Λευκάδας ακούγεται το όνομα “Καλογεράκης” ως ένας από τους μεγαλύτερους ψαράδες που ανέδειξε το χωριό μας και αναφέρονται στον Σπύρο Μπάλτσα.
Γνώριζε βέβαια όλες τις τέχνες του ψαρέματος μια και από μικρό παιδί δούλεψε σε τράτες, δίχτυα, γρι γρι και μηχανότρατες.
Στις δεκαετίες του ’60 έως και του ’80 όλοι έλεγαν στο χωριό πόσο καλός ψαράς ήταν και στο ψάρεμα με τη πετονιά που ήταν ο κορυφαίος.
Γνώριζε πολλές φορές και δεν είναι υπερβολή, επειδή τον έζησα την δεκαετία του ’70, τι ψάρι θα τσιμπήσει πρώτο και με την τεχνική του θα το πιάσει.
Μάλιστα τα μαγιάτικα(κοκκινόγοφοι) αλλά και τα γοφάρια(ασπρόγοφοι) “είχαν βρει το διάβολο τους”.
Στο λιμάνι της Λυγιάς έρχονταν συχνά μεγάλα μαγιάτικα…από το μώλο είχε τη τεχνική που μπορούσε να πιάσει τα μεγάλα αυτά ψάρια των 10-15 κιλών, βάζοντας για δόλωμα ζωντανή ζαργάνα.
Μάλιστα έβαζε τους πιτσιρικάδες του χωριού να ψαρεύουν ζαργάνες και να τις διατηρούν ζωντανές σε νερό και τις αγόραζε πέντε δραχμές τη μία.
Όταν κάρφωνε με το αγκίστρι το ψάρι έδενε στη πετονιά μια σημαδούρα και το άφηνε να την τραβάει μέχρι να σκάσει.
Γνώριζε καλά τα κόλπα του ψαρέματος με πετονιά και τις εποχές που μπορούσε να πιάσει τα μαγιάτικα, τα γοφάρια, τα σκαθάρια, τα μελανούρια κ.ά.
Ήταν σπάνιο να γυρνούσε με άδεια χέρια κι όλοι περίμεναν στο λιμάνι για να δουν τη ψαριά του “Καλογεράκη”.
Ήταν θείος μου και πολλές φορές ψάρευε μαζί με τον πατέρα μου Αργύρη(Μπρίνια).
Θυμάμαι το 1975 δεκαπέντε χρονών εγώ τότε πήγα μαζί τους να ψαρέψουμε την Πανσέληνο του Αυγούστου κατά το σούρουπο στη ξέρα του Αη Γιάννη που βρίσκεται απέναντι από την Πάλαιρο της Αιτωλοακαρνανίας.
Ρίξαμε άγκυρα στη ξέρα και μας λεει..”ετοιμάστε τις τονιές(πετονιές) γιατί σε μισή ώρα δεν θα προλαβαίνουμε τα μελανούρια”. Τότε άνοιξε δυο μπακράτσια(μεταλλικά δοχεία με καπάκι) κι έβγαλε απο μέσα σαλαμούρα από τυρί και παστές σαρδέλες,τα έβαλε σε ψιλό δίχτυ και τα κρέμασε απο τους σκαρμούς(βάσεις που στηρίζονται τα κουπιά) ώστε τα ζουμιά να φεύγουν σιγά-σιγά και να γίνεται μαλάγρα.
Ο” Καλογερακης” κάθησε στη πρύμη και εγώ με το πατέρα μου στα πλαϊνά στους σκαρμούς.
Σε είκοσι λεπτά ακούγαμε απο μακριά αμπλάρισμα(ψάρια που πηδούσαν έξω απο το νερό).Ερχότανε κόντρα στο ρεύμα μυρίζοντας τη μαλάγρα με μεγάλη ταχύτητα.
Αμέσως ρίξαμε τις τονιές με δόλωμα φρέσκια σαρδέλα.
Είχαμε δύο αγκίστρια ο καθένας χωρίς μολύβι.
Αμέσως παίρνοντας το ρεύμα τη πετονιά 2-3 μέτρα από τη βάρκα, άρχισαν να τσιμπάνε σαν τρελά τα μελανούρια.
Δεν προλαβαίναμε να τραβάμε τα ψάρια στη βάρκα πολλές φορές μάλιστα και δυό δυό μαζί.
Εκείνη τη βραδιά πιάσαμε περίπου εξήντα κιλά μελανούρια και δεκαπέντε κιλά κολιούς οι οποίο τσιμπούσαν όταν η πετονιά κατέβαινε πιο κάτω στα μισόνερα.
Η βάρκα στη πλώρη,τη πρύμη και τις δύο κουβέρτες είχε γεμίσει ψάρια.Τα χέρια μας είχανε κοπεί στα δάχτυλα απο το τράβηγμα των ψαριών.
Ήτανε ψάρια που ζύγιζαν απο 300-400 γραμμάρια το καθένα.
Ο Καλογεράκης με τον πατέρα μου Μπρίνια ήταν αγαπημένοι και μαζί στη θάλασσα για πολλά χρόνια.
Ήταν πολύ εργατικοί, πότες μέχρις εσχάτων και μεγάλοι γλεντζέδες.
Παρέες έρχονταν από την Ήπειρο ακόμη και από Αθήνα να τους συναντήσουν και να γλεντήσουν μαζί τους.
Στέκι τους ήταν “η φωλιά” η ταβέρνα στη Λυγιά που είχε και το απαραίτητο ηλεκτρόφωνο για τα γλέντια τους.
Ως εργάτες στα γρι γρι ο Καλογεράκης και ο Μπρίνιας ήταν από τους καλύτερους και πιο ακριβοπληρωμένους λαμπαδόρους.

Ο πατέρας μου Αργύρης Σκλαβενίτης μπαλώνει δίχτυα μέσα στη βάρκα του
Πηγή: εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ της ΛΕΥΚΑΔΑΣ”

