Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης
Χέρια απλωμένα στο λάξευμα των βράχων
Ψυχές ζωγραφισμένες στην σκληροτράχηλη πέτρα
Σμάρι αγκιστρωμένο στην τυραγνισμένη ζωή
Χάλκινες καρδιές ροζιασμένες στην βιοπάλη
Ξωμάχοι βγαλμένοι απ’ του Κύκλωπα τις γροθιές
Μια χορδή μυστική ανάμεσό μας οι μνήμες σας
Ζείτε πάντα κοντά μας όμοια άγιος θησαυρός θυμηταριό…
Θ. Γ
Αν δεχθούμε σαν αποληγή της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στη γη το βιβλικό ρητό: <<Γη ει και εις γην απελεύσει…>>, ναι μεν περαιώνει και περαίνει μια αμφίδρομη γήινη διαδρομή, όμως, το μπουκέτο των δράσεων, των σκέψεων, των ενεργειών, των έργων, των διανοημάτων του ανθρώπου είναι μεν χώμα, είναι η ίδια η μάνα γη, όμως, συγχρόνως είναι το ατόφιο υπαρκτό, ορατό, ανιχνεύσιμο πεντεσθητό μαγνάδι της ζωής, τον επικό χαρακτήρα του οποίου μόνο ένας Όμηρος, ένας Ησίοδος, ένας Ρωμανός ο Μελωδός, μπορούν εύγλωττα να ιστορήσουν!!! Αυτή η άρρηκτη και σύμφυτη ταύτιση του ανθρώπου με τη γη, παίρνει τα χαρακτηριστικά εκείνα της ομογενοποίησης, της αδιαίρετης και άτμητης κοινής πορείας, σε νιοστό θα λέγαμε βαθμό, στην περίπτωση των Λευκαδίων ξωμάχων γητευτών της γης, αυτών που από την κοιλιά της μάνας τους προορίστηκαν, απ’ την παράξενη μοίρα, να ιερουργούν στη γη, να την θωπεύουν με τα χέρια και τον ανασασμό τους, το πέπλο της να σηκώνουν απαλά, να σκουπίσουν τους ιδρώτες του προσώπου, να την βάζουν στο πιάτο τους ανάμα κοινωνίας… Αυτή η άλλη Λευκάδα με τον καθαρά αγροτοκτηνοτροφικό χαρακτήρα, που επί αιώνες πάσχιζε να σμιλέψει τη γη, προκειμένου να βρει μια χούφτα χώμα να κάνει τις σπορές της, να ζωήσει τα παιδιά της…
ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΠΕΤΡΙΝΗ ΛΙΘΙΟΠΟΛΙΤΕΙΑ!
Οι Λευκαδίτες ξωμάχοι σε μια επίπονη όσο και αέναη δημιουργία! Με τα νύχια τους, γρατζούνισαν το χώμα, να βρουν την πέτρα, να κατασκευάσουν τις ξερολιθιές, ένα αντιπροσωπευτικότατο παράδειγμα αυτής της ταύτισης ανθρώπου και γης, για την οποία αναφερθήκαμε εισαγωγικά, ένας ύμνος, ένα ευαγγέλιο στη Μάνα Γη! Διαφορετικά πώς να ερμηνευθεί μια σκληροτράχηλη βιωτή, που, στην κυριολεξία, αποστράγγισε το χώμα από κάθε του ικμάδα και δημιούργησε τους ατέλειωτους πέτρινους στρατώνες των ξερολιθιών, με μια ιδιάζουσα αρχιτεκτονική, να κοσμεί ακόμη και σήμερα τις πλαγιές των Λευκαδίτικων βουνών! Μα αντάμα και μια πηγή ζωής στις τραχιές πλαγιές, να φυτέψει δέκα κλίματα αμπέλι, να σπείρει δέκα κλωνιά σταριού και φακής, να μολύψει έναν ιδρώτα ροζιασμένο απ’ τα τίμια χέρια της προκοπής!
Αν εστιάσει ο αναγνώστης διεισδυτικά στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, που πλαισιώνουν τον ύμνο αυτόν στον Λευκαδίτη ξωμάχο και την ταύτισή του με την Μάνα γη, που μεγαλόπρεπα εκφράζεται με την μορφή των ξερολιθιών, θα αντικρύσει τον οίστρο μιας άλλης εποχής, αναμεμιγμένο με το πρακτικό και συνάμα εμπειρικό Λευκαδίτικο ταπεραμέντο της αρχιτεκτονικής των ξερολιθιών. Και αρκούμαστε στις άγιες αυτές φωτογραφίες, που ευτυχώς διασώθηκαν, αυτών των άλλων εποχών, γιατί σήμερα, αυτό το σμάρι των τεχνουργημάτων του Λευκαδίτη σμιλευτή της πέτρας, δεν υπάρχει πια, ή μάλλον υπάρχει, αλλά είναι κεκαλυμένο απ’ το αμείλικτο πέπλο της εγκατάλειψης και της ερήμωσης, υπό μορφήν οργιώδους βλάστησης σε όλες τις πλαγιές του νησιού.
Εκεί που παλιότερα ορθώνονταν υπερήφανο, μεγαλόπρεπο, λυτρωτικό, δεσποτικό, το βασίλειο της πέτρας, το έπος του ξωμάχου Λευκαδίτη τεχνουργού, υπάρχει μόνο το απέραντο πέπλο της βλάστησης και της εγκατάλειιψης, για έναν άχραντο <<Ναό>>, που δόμησαν οι πέτρες της… οργής και λείαναν τα χέρια της υπομονής… Αυτή η ιερουργία της Λευκαδίτικης Λιθιάς, ή Ξερολιθιάς, όπως ευστοχότατα την αποκαλούσαν οι παλιοί Λευκαδίτες, γιατί δεν είχε κανένα συνδετικό υλικό στην κατασκευή της, προσωπικά δεν μου είναι απλά οικεία, αγαπητή και προσφιλής, δεν με βάζει μόνο στο άγιο μονοπάτι της νοσταλγίας, δεν μου ριπίζει μόνο το νου, σαν μπορώ, ενίοτε, να επισκέπτομαι τα ακάλυπτα πλάγια, που ακόμη βλαστάνουν και βλυστάνουν το θαύμα της ξερολιθιάς, για να… <<μιμνήσκομαι ημερών αρχαίων>> και να παγαίνω το μυαλό σε ιερουργήσιμες στιγμές των προγόνων μου, μα συγχρόνως με διαποτίζουν και βιωματικά…
ΔΥΟ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΙ ΓΕΩΠΟΝΟΙ
Πριν, όμως καταθέσω, την βιωματική μου αυτή άποψη για την κατασκευή της ξερολιθιάς, στην οποία δούλεψα μαζί με το πατέρα μου στα κτήματά μας, εδώ σε τούτη την ενότητα των νοσταλγικών ιστοριών μου, νοιώθω την ιερή υποχρέωση να αναφερθώ σε δύο εκπληκτικούς Γεωπόνους, που ανήκαν στην Γεωργική Υπηρεσία Λευκάδος, που εκείνα τα χρόνια, δεκαετία του 1960 και 1970, είχαν να επιδείξουν ένα πρωτοποριακό έργο στα αγροτοκτηνοτροφικά χωριά του νησιού σε θέματα διαχείρισης τόσο του φυτικού, όσο και του ζωικού κεφαλαίου, τα οποία ήταν η κύρια πηγή εσόδων για τους Λευκαδίτες ξωμάχους! Αναφέρομαι μόνο σε δύο, που έχω προσωπική άποψη, γιατί σίγουρα υπήρξαν και άλλοι με σημαντική προσφορά, όπως ο Βαγενάς αίφνης, τους οποίους δεν γνώρισα, γιατί έφυγα σαν φοιτητής απ’ το χωριό και μετέπειτα εργαζόμενος στην Αθήνα. Τους δύο, λοιπόν, γεωπόνους, στους οποίους υμνητικά αναφέρομαι, τους έζησα προσωπικά να έρχονται στο χωριό μου το Πινακοχώρι και να ασχολούνται τόσο λεπτομερειακά με τους αγρότες γονείς μας, τους οποίους στήριζαν με υλικά, αλλά και επιστημονικά εφόδια! Όσο και αν φαίνεται περίεργο, εκείνα τα χρόνια, φαίνεται πως το κράτος μας ήταν πραγματικά <<στρατηγείο>> και λειτουργούσε πολύ καλύτερα και κυρίως εποπτικότερα από σήμερα, που υποτίθεται πως διάγουμε μέρες τεχνολογικής επανάστασης…
Ο πρώτος γεωπόνος ήταν ο αείμνηστος Καρύδης, με καταγωγή απ’ το Καλαμίτσι. Ένας Αρχοντάνθρωπος, που μόνο με το παρουσιαστικό του σου ενέπνεε σεβασμό και επιστημονική εμπιστοσύνη! Τον θυμάμαι αμέτρητες φορές να έρχεται στο χωριό και εκεί στο <<Καφενείο του Τράμπα>>, να συμβουλεύει και να εφοδιάζει τους χωριανούς μου με πρωτοποριακές ιδέες, για την εποχή εκείνη, στις αγροτικές εφαρμογές, αλλά και να τους υποδεικνύει τον τρόπο απόκτησης νέου ζωικού κεφαλαίου επιδοτούμενο απ’ το κράτος. Τους μιλούσε για το πολυετές τριφύλλι, που έπρεπε να σπείρουν σε κάποια χωράφια τους, για τον σανό των ζωντανών τους, για την αντιμετώπιση του δάκου της ελιάς και τις απαραίτητες διαβροχές (ραντίσματα), για το λεκάνιο της ελιάς, μια μυκητίαση η οποία μαύριζε τα λιόδεντρα, και ένα σωρό άλλες επιστημονικές εφαρμογές. Αυτό, όμως, που μου μένει αξέχαστο, είναι το γεγονός πως έφερε στο χωριό μου ο Καρύδης τις πρώτες κόκκινες κότες, σε αντικατάσταση αυτών, που υπήρχαν μέχρι τότε στα χωριά. Έδωσε επιδότηση σε όλα σχεδόν τα νοικοκυριά του χωριού και έφτιαξαν καινούργια κοτέτσια, αντικαθιστώντας τους παλιούς πέτρινους και πρόχειρους <<Κάτοικες>>, στους οποίους κούρνιαζαν οι κότες των σπιτιών και εμπλουτίζοντας τα σύγχρονα αυτά κοτέτσια με κόκκινες κότες, ποιο αυγοπαραγωγές και ποιο κρεατοπαραγωγές! Πόση μεγάλη εντύπωση προκαλούσε σε εμάς τα παιδιά το γεγονός ότι για πρώτη φορά βλέπαμε κόκκινα αυγά!
Το καλοκαίρι του 1964, θυμάμαι, ήμουν στην κατασκήνωση του Πασά και όταν επέστρεψα είδα με μεγάλη έκπληξη στην άκρη της αυλής του σπιτιού μου ένα νέο κοτέτσι, που είχε χτίσει ο πατέρας μου, με την επιδότητση του Καρύδη, γεμάτο με κόκκινες πλακίδες! Έπειτα ο Καρύδης, έφερε, πάντα με επιδότηση κρατική στο χωριό τα πρώτα εξευγενισμένα πρόβατα! Ήταν ράτσας Καραγκούνικης απ’ την Καρδίτσα, ή Ζακυνθινά με το κούτελό τους κυκλικά προτεταμένο, ή Χιώτικα, τα οποία Χιώτικα είχαν το γνώρισμα ότι η ουρά τους ήταν πλατιά, γι αυτό και στο χωριό τα βάφτισαν <<πλατονόρκα>>, λέξη προφανώς με αρχαιοελληνικές ρίζες, απ’ το πλατύς και κέρκος, που σημαίνει πλατιά ουρά, για περισσότερη γαλακτοπαραγωγή, αλλά και κρεατοπαραγωγή, αντικαθιστώντας τα ντόπια <<σγατζοπρόβατα>>, που υπήρχαν στα χωριά του νησιού και ήταν μικρής απόδοσης. Και σε αυτή την περίπτωση ο πατέρας μου είχε προμηθευθεί έξι αρνάδες Καραγκούνικες, που προσωπικά υπεραγαπούσα! Είχα δώσει σε κάθε μία και όνομα, ενώ πολλές φορές επιστρέφοντας απ’ το Δημοτικό Σχολείο και αργότερα απ’ το Γυμνάσιο της Καρυάς πήγαινα και τις βοσκούσα στα χωράφια, που είχαμε στις παρυφές του χωριού!
Μα το μεγαλύτερο επίτευγμα του Καρύδη ήταν η πληροφόρηση, η προτροπή και η αποκάλυψή του στους αγρότες του χωριού μου και προφανώς και άλλων χωριών, που επισκέπτονταν στα πλαίσια των καθηκόντων του, καθήκοντα που ο ίδιος πρέπει να θεωρούσε Ιερά, για να τα επιτελεί με τέτοιο επαγγελματισμό, ευσυνειδησία και κοινωνική ευαισθησία, πως η Αγροτική Τράπεζα έδινε χαμηλότοκα δάνεια στους αγρότες του νησιού για την αγορά ελιών! Μια κοινωνικοοικονομική του τώρα αποστολή, αφού γνωρίζω άριστα ότι πολλοί αγρότες απ’ το χωριό μου αγόρασαν τότε, την δεκαετία του 1960, ολόκληρα λιοστάσια και αυγάτεψαν το γλίσχρο εισόδημά τους, αφού έκαναν πια μεγάλες ποσότητες λαδιού, που εκείνα τα χρόνια είχε εκπληκτική τιμή! Μάλιστα έλεγαν προσφυέστατα οι γονείς μας πως: <<Aν κύλαγες ένα βαρέλι λάδι στη χώρα, μπορούσες να κτίσεις σπίτι ή να παντρέψεις παιδί!>> Και είχε άριστη τιμή γιατί σχεδόν όλο το λάδι πήγαινε στο Ξηρόμερο, το οποίο ήταν καπνοχώραφα και μόνο απ’ την Περατιά και την Πλαγιά μέχρι το Αντίρριο, σε αντίθεση με σήμερα που εγκαταλείφθηκε παντελώς η καλλιέργεια του καπνού και αυτές οι αντίστοιχες εκτάσεις της Αιτολωακαρνανίας φυτεύθηκαν με ελιές!!
Τότε, λοιπόν, συνέβη η δεύτερη φάση και η ολοκλήρωση ενός τεράστιου οικονομικοκοινωνικού μετασχηματισμού στο νησί μας, όπως αμέσως θα αναπτύξομε παρακάτω!!! Τι συνέβη λοιπόν; Τα μεγάλα λιοστάσια των παλιών αρχόντων της χώρας, που εκτείνονταν απ’ την Απόλπαινα μέχρι τον αρχαίο Κούλμο, λιοστάσια του Σκιαδαρέση, του Μαχαιρά, του Βαφέα, του Σταματελόπουλου, του Ντόριο, του Βαλαωρίτη, βγήκαν σχεδόν από τους απογόνους τους <<στο σφυρί>> προς πώληση και τα οποία αγόρασαν απλοί Λευκαδίτες αγρότες! Ο πρώτος τέτοιος μετασχηματισμός, πρέπει να σημειώσομε εδώ, πως συντελέσθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν οι πρώτοι Σφακισάνοι μετανάστες στην Αμερική έστειλαν χρήματα στους συγγενείς του εδώ στα χωριά μας, προκειμένου να αγοράσουν τα λιοστάσια των παραπάνω αρχόντων, που και τότε έβγαιναν προς πώληση απ’ τους διασπαρμένους σε ολόκληρη τη χώρα απογόνους τους…
Και στις δύο φάσεις αυτού του ανεπανάληπτου οικονομικοκοινωνικού μετασχηματισμού, μπορούμε ευθαρσώς να επισημάνομε πως ήταν η εκδίκηση της Λευκαδίτικης αγροτιάς προς τον αρχοντολόϊ, στο οποίο δύο αιώνες ολάκερους εργάζονταν σαν εργάτες με σκληρές συνθήκες, ήλιο με ήλιο και με ελάχιστα χρήματα… Μεταξύ αυτών των αγροτών του χωριού μου ήταν και ο πατέρας μου ο οποίος αγόρασε ένα λιοστάσι δέκα στρεμμάτων κάτω απ’ τον Άγιο Βάρβαρο στο χωριό της Κατούνας, που άλλαξε ολάκερη τη ζωή μας! Μέχρι τον Μάρτη μήνα τίναζε και μάζευε ελιές ο πατέρας και η μάνα μου σε αυτό το απέραντο λιοστάσι, που ένοιωθα πραγματικά δέος όταν, κάποιες φορές, τους ακολουθούσα και εγώ μικρό παιδί… Ας είναι η μνήμη αιωνία του αναμορφωτή Καρύδη! Του χρωστούσα μια τέτοια ετεροχρονισμένη νεκρολογία, γιατί γνωρίζω άριστα και βιωματικά, όπως περιέγραψα με ζωντανά χρώματα την τεράστια προσφορά του… Του την χρωστούσα και χρόνια τώρα έψαχνα έναν τρόπο να εκπληρώσω την μύχια σκέψη μου… Μάλιστα το περασμένο καλοκαίρι συνάντησα κάποιους Καλαμιτσιώτες στη Χώρα και τους ζήτησα νε με βοηθήσουν με περισσότερα στοιχεία γι αυτόν τον τόσο σημαντικό χωριανό τους και Λευκαδίτη! Και να ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να εκπληρώσω τις σκέψεις μου…
Η άλλη γεωπόνος, για την προσφορά της οποίας έχω, επίσης βιωματική άποψη, είναι η Σταματέλου, που πρέπει να διαμένει πλέον στην Αθήνα και η οποία λειτούργησε το ίδιο αποθεωτικά όσο και παραγωγικά στα χωριά των Σφακιωτών και ειδικότερα στο χωριό μου το Πινακοχώρι, απ’ το οποίο αντλώ τις μνήμες μου, την δεκαετία του 1970. Έφηβος, μάλιστα, είχα συνεργασθεί μαζί της στον τομέα της δακοκτονίας, που ήταν η τρανή της επιτυχία, συγκροτώντας με τρόπο εκπληκτικό και μεγάλη αποτελεσματικότητα, ως προς την καταπολέμηση του δάκου, συνεργεία διαβροχής (ράντισμα) των ελιών, μα και προληπτικών ενεργειών στον τομέα της δακοκτονίας. Μάλιστα η ίδια, αν και γυναίκα και με καταγωγή απ’ την Χώρα, ακολουθούσε πολλές φορές στις κακοτράχαλες περιοχές τα συνεργεία διαβροχής, για να επιβλέπει αυτοπτικά την εργασία! Τέτοιο πάθος και τελειομανία είχε για την δουλειά της!
Στην προληπτική διαδικασία της δακοκτονίας μετείχα προσωπικά δεκαπενταετής σαν βοηθός παγιδοθέτη, εργασία που μου είχε αποφέρει, θυμάμαι, τα πρώτα μου χρήματα, με τα οποία είχα αγοράσει το πρώτο μου κουστούμι απ’ την Χώρα, απ’ το εμπορικό του μπάρμπα μου του Φώντα του Μίλαρη, το οποίο ήταν απέναντι απ’ το γνωστό από χρόνων Καφενείο του Καρφάκη! Τι εργασία επιτελούσαμε ακριβώς; Παγιδοθέτης ήταν ο αδερφός του πατέρα μου, ο μπάρμπα μου ο Τάσος, με το οποίο τοποθετούσαμε τις γνωστές γυάλινες κυκλικές λάμπες με την αποθηκευτική εσωχή πάνω στα λιόδεντρα, στις οποίες βάζαμε στην εσωχή τους μελάσα, που προσελκύει το δάκο, με αποτέλεσμα να πνίγεται μέσα στο υγρό. Γυρνούσαμε μια φορά την εβδομάδα ολόκληρη την περιφέρεια των Λαζαράτων και του Πινακοχωρίου, που φτάνει μέχρι τις παρυφές της Κατούνας και του παλιού χωριού του Καρυώτη, την Κρούπα, την Βράχα, την Μαντόνα, την Ακόνη, μια τεράστια γεωργική περιφέρεια, όπου είχαμε ανηρτημένες αυτές τις παγίδες και αντικαθιστούσαμε την μελάσα, ενώ, συγχρόνως μαζεύαμε και τον αριθμό των παγιδευμένων δάκων, τον οποίο γραπτώς στέλναμε στην Γεωργική Υπηρεσία στην Σταματέλου, που ανάλογα με τον αριθμό των δάκων αποφάσιζε το πότε θα προχωρήσει σε διαβροχή (ραντισμό) των ελιών, όπου τελικά έσωζε την ελαιοπαραγωγή, σοδειές ολόκληρες των αγροτών απ’ το πέσιμό της πολύ νωρίτερα απ’ την ελαιοσυγκομιδή, αλλά και μηδενικής οξύτητας, αφού ο δάκος δεν είχε <<αλέσει>> μέσα την ψύχα του λιόκαρπου!
ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΑΚΟΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΕΡΟΛΙΘΙΑ…
Και μετά τούτη την αναφορά σε ανθρώπους πραγματικά της προσφοράς και του τέλειου επαγγελματισμού, επανέρχομαι στον άλλο βιωματικό μου <<στίβο>>, αυτόν της κατασκευής της Λευκαδίτικης Ξερολιθιάς! Φοιτητής το 1975, μαζί με τον πατέρα μου, πάντα, από μικρό παιδί μου άρεσε να τον ακολουθώ σ’ όλες του δραστηριότητες τις αγροτικές και να γεύομαι τον άμετρό του ιδρώτα, τις αγωνίες του, τον μόχθο του, όπως περιγράφει ο Βαλαωρίτης, για <<ΤΟ ΕΡΜΟ ΤΟ ΨΩΜΙ>>, στην περιοχή, λοιπόν, Ζευγάρι της Ακόνης, που έχομε ένα λιοστάσι, ορθώσαμε μαζί μια τεράστια ξερολιθιά, προκειμένου να συγκρατήσουμε το χώμα να μην υποχωρεί, να μη βιδίζει όπως έλεγαν, γιατί η περιοχή έχει τεράστιες ποσότητες και νερών επιπολής αλλά και υπόγειων νερών. Εκείνο το καλοκαίρι του 1975 θα μου μείνει βαθιά χαραγμένο στο νου… Οσάκις οι μέριμνες του βίου, το πνιγηρό παρόν, τα ατέλειωτα προβλήματα και οι απέραντες έγνοιες του βιοπορισμού, με κατατρύχουν, σαν γαμψόνυχες… Ερινύες, τότε, αυτές οι στιγμές, της επιστροφής στη λίθινη δική μου δημιουργία, με επαναφέρουν στην χοϊκή μας διαδρομή… Ένα ταξίδι είναι η ζωή, που αν γευτείς, πάνω στην ταχύτητά της, το τρέξιμο των δέντρων σαν υμνολογικές στιγμές, τότε θα μπορέσεις να παραδοθείς σε άλλες λυτρωτικές σκέψεις… Θα πάψει να μαυλάει το νου σου το αδιάκοπο κυνήγι, ενίοτε και του πλουτισμού και να επαναφέρεις, έστω και φευγαλέα, στο μυαλό το βιβλικό ρητό, <<ουχ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος>>, και πάλι όχι με διάθεση τελεολογική, μα σαν μαξιλάρι και εφαλτήριο για αναστοχασμούς…
Θυμάμαι, λοιπόν, αυτή την τεχνοτροπία της Λευκαδίτικης ξερολιθιάς έτσι όπως βιωματικά την κατέγραψε ο σκληρός δίσκος του δικού μου νου… Θαμπά τα πρωινά και επί μία σχεδόν εβδομάδα, πριν ρίξει ο ήλιος, κινούσαμε για την Ακόνη, καβάλα στα δύο άλογα, όπως ακριβώς γνώριζαν απ’ αιώνων να μετακινούνται όλοι οι Λευκαδίτες ξωμάχοι. Στα κολιτσάκια του σαμαριού του αλόγου το σακκούλι με το πρόχειρο φαγητό, μερικές ντομάτες, μισή σφήνα τυρί, μια τηγανιά μαρίδες, μισό καρβέλι ψωμί, ένα μπουκαλάκι λάδι και το κολοκύθι γεμάτο κρασί! Μια ώρα δρόμος μέχρι την Ακόνη. Η διαδρομή ένα μπουκέτο αναμνήσεων παιδικών. Δεξιά μας το εκκλησσάκι του Αϊ Θωμά, με το γέρικο φιλίκι στην αυλή, μάρτυρας να στέκει μιας μακραίωνης διαδρομής και φύλακας άγγελος των ερειπίων ένός πρωτόλειου οικισμού, της Παλιάχωρας, πριν οι κάτοικοι μεταφερθούν στο σημερινό Πινακοχώρι των Σφακιωτών, το χωριό μου. Το βουνό Καμποχώρι, με υπολείμματα στις πλαγιές του και εδώ κάποιου μικροοικισμού του απώτατατου νομαδικού παρελθόντος, εγκάρσια να το διασχίζει το μονοπάτι που βγάζει για την Μαρίτσα, την περιοχή ανάμεσα των Σφακιωτών και του Αλέξαντρου, με την κόκκινη ψιλή άμμο, με την οποία κτίστηκαν πολλά σπίτια των Σφακιωτών.
Παρέκει το αγνάντιο του μοναστηριού των Αγίων Πατέρων, πιο κει η πηγούλα στου <<Μάρκου το Λαγγάδι>>, παραπέρα οι σταύλοι για τα πρόβατα του Ατζελή, πιο κάτω το <<Βουλιασμένο Αλώνι>>! Και να δίπλα η αιώνια, η δροσόβρυτη πηγή της Ακόνης με τα τρεχούμενα ολοχρονίς νερά, μια πηγή όχι απλά ξεδιψάστρα των ξωμάχων, μα μαναδότισα για χιλιάδες στο διάβα των αιώνων ξωμάχικες ψυχές! Ο μεγάλος λόμπος της, μια μικρή λιμνούλα! Δεκάχρονος, ξανά με τον πατέρα μου, είχαμε έρθει και βάλαμε μέσα στον λόμπο τα δεμάτια με το λινάρι, προκειμένου να μαλακώσει και να το χτυπήσουν στο μάγγανο, για να βγάλουν το νήμα για τα λινόρουχα στον αργαλειό! Ήταν το περίφημο Λινοβρόχι, που όπου υπήρχε τρεχούμενο νερό πηγής δημιουργούσαν οι ξωμάχοι, προκειμένου εκεί να εμβαπτίζουν το λινάρι για δυο – τρεις εβδομάδες μέχρι να μαλακώσει το μακρύ του στέλεχος και να συντρίβεται, όπως προαναφέραμε, στον μάγγανο μετατρεπόμενο σε λιναρόνημα, με το οποίο οι νοικοκυρές κατασκεύαζαν στον αργαλειό λινοσέντονα, αλλά και πετσέτες προσώπου και φαγητού!
Παρακάτω το Ζευγάρι, ο χώρος δουλειάς, η κατασκευή της ξερολιθιάς, για να ασφαλίσομε το λιοστάσι απ’ το βίδισμα (κατολισθήσεις)! Τις δυο πρώτες μέρες συγκεντρώναμε την πέτρα απ’ την γύρω περιοχή, την κουβαλούσαμε με την ζευγέρα! Η ζευγέρα! Ένα ξύλινο παραλληλόγραμμο, κάτι σαν φορείο νοσοκομείου, το οποίο ήταν πατωμένο με σανίδες και στα τέσσερα άκρα εξείχαν οι χειρολαβές. Ψάχναμε και φορτώναμε την πέτρα απ’ τα γύρω χωράφια, ο πατέρας μου στα δυο μπροστινά χερούλια και εγώ τα δύο πίσω την κουβαλούσαμε στον χώρο που θα φτιάχναμε την ξερολιθιά. Σαν κάναμε έναν μεγάλο σωρό πέτρας, αρχίζαμε να φτιάχνουμε το θέμελο, μπροστά ο πατέρας με τον γκασμά, πίσω εγώ με το φτυάρι να πετάω τα χώματα. Και σαν ολοκληρώθηκε το θέμελο, τότε άρχιζε το χτίσιμο. Έβλεπα τον πατέρα με μαεστρία να παίρνει την πέτρα, να την χτυπά με το σφυρί, αν ήθελε να την κάνει σύδρομη, όπως έλεγε, δηλαδή να έχει επίπεδο πρόσωπο προς τα έξω, και την τοποθετούσε αριστοτεχνικά, εγώ να ρίχνω απ’ την μέσα πλευρά της λιθιάς μικρές πέτρες, τα λεγόμενα σόμπολα, ώστε να γίνεται ένα συμπαγές σώμα η λιθιά με τα χώματα του όχτου!
Μια εβδομάδα πραγματικής μυσταγωγίας καλλιτεχνικής! Και να η ξερολιθιά στο τέλος μεγαλόπρεπη, κυματοθραύστης πανώριος, που σώζεται ακόμη και σήμερα ατόφια, ανθηρή…. Και σαν τα βήματα με οδηγούνε σε τούτο το μικρό θυμηταριό, μεθυσμένοι Κορύβαντες οι μνήμες χορεύουν μανικά, γύρω απ’ την Θυμέλη του ξωμάχικου λαϊκού πολιτισμού, που δε λέει να σβύσει στιγμή απ’ το μυαλό μου… Λες και ήταν χθές, που μετείχα σε τούτη την ξωμάχικη δημιουργική τεχνοτροπία της κατασκευής της ξερολιθιάς!
Ξωμάχοι! Σαν να κρύβουν μέσα στην ψυχή τους τ’ αθάνατο νερό του παραμυθιού… Η σκληρή ζωή τους ανάγλυφη στην παραπάνω φωτογραφία! Φορτωμένα τα δύο υποζύγιά του επιστρέφει στο σπίτι! Δεν είχαν άλλη επιλογή αυτοί οι σκαπανείς της εργατικότητας και της αρετής, παρά να εργαστούν με όλες τους τις δυνάμεις μόνο και μόνο για τον επιούσιο… Ήλιο με ήλιο και χωρίς να πάρουν ανάσα ολημερίς γίνονταν ένα με τη γη τους, για να καρπίσει, να τους δώσει ανάσα και απαντοχή, κάτι να αλλάξουν στην τυραγνισμένη τους ζωή…
Kαι η Λευκαδίτισσα γυναίκα πρωτοπόρα σε τούτο τον ιερό αγώνα της Λευκαδίτικης ξωμαχιάς! (Αρχείο Μπάμπη Λάζαρη).
Η απέραντη και αιώνια Λιθοπολιτεία των Βόλτων στην Εγκλουβή!
Αλώνισμα στην Λιθοπολιτεία των Βόλτων της Εγκλουβής με τα μικρά παιδιά πάνω στη σβάρνα!
Λευκαδίτικη ξερολιθιά! Αιώνιο μαγνάδι στις καρδιές μας!

